H καύση των νεκρών στην κλασική Aθήνα ήταν μία ταφική πρακτική περιορισμένης συχνότητας, τουλάχιστον μέχρι τον 4ο αιώνα π.X. Εμφανίστηκαν δύο κατηγορίες καύσης, η πρωτογενής και η δευτερογενής. Κατά την πρωτογενή καύση, ο νεκρός αποτεφρωνόταν μέσα στον τάφο του, ενώ κατά τη δευτερογενή η αποτέφρωση επιτελούνταν σε πυρά έξω από τον τάφο και στη συνέχεια τα αποτεφρωμένα λείψανα ενταφιάζονταν μέσα σε ένα αγγείο. Η πρώτη κατηγορία είχε κάνει ήδη την εμφάνισή της στην Αρχαϊκή περίοδο.

Αντίθετα, η δευτερογενής καύση ήταν η πιο συνηθισμένη ταφική πρακτική και χαρακτηρίζεται από μία ποικιλία στους τύπους των τεφροδόχων αγγείων. Oι πήλινες τεφροδόχοι ήταν ακόσμητα ή ερυθρόμορφα αγγεία και συνήθως δεν κατασκευάζονταν αποκλειστικά για ταφική χρήση, αλλά αρχικά εξυπηρετούσαν κάποιες οικιακές ανάγκες. Η τεφροδόχος τοποθετούνταν απευθείας στο έδαφος ή μέσα σε ένα προστατευτικό κιβώτιο. Το ρόλο των τεφροδόχων έπαιζαν συχνά ορειχάλκινοι λέβητες και υδρίες, που τοποθετούνταν μέσα σε λίθινα κιβωτίδια με σκέπασμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις σώζονται και ίχνη από ύφασμα, το οποίο τύλιγε τα αποτεφρωμένα λείψανα ή και το ίδιο το αγγείο.

Η καύση των νηπίων ήταν μία ταφική πρακτική αποδεκτή στην κλασική Αθήνα, αλλά πολύ λιγότερο διαδεδομένη. Παιδικά οστά έχουν αναγνωριστεί σε υπολείμματα πυράς, αλλά υπάρχει αμφιβολία για το αν πρόκειται για καύσεις νηπίων ή για λείψανα καμένων προσφορών.


| εισαγωγή | οίκος | πόλις | Κλασική Εποχή

Σημείωση: Επιλέγοντας τις εικόνες μπορείτε να δείτε αυτές σε μεγέθυνση, καθώς και τις επεξηγήσεις τους.
Οι υπογραμμισμένες παραπομπές (links) οδηγούν σε σχετικά με αυτές κείμενα, ενώ οι μη υπογραμμισμένες αποτελούν επεξηγηματικό γλωσσάρι.