Σύμφωνα με την κατάταξη του Αριστοτέλη, όλες οι διαπροσωπικές πράξεις (συναλλάγματα) χωρίζονται σε εκούσιες και ακούσιες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν η αγοροπωλησία, το δάνειο, η εγγύηση, το χρησιδάνειο, η παρακαταθήκη και η μίσθωση.

Η πώληση γινόταν με άμεση αντικαταβολή και σχεδόν ποτέ με πίστωση. Σύμφωνα μάλιστα με μία αρχαία μαρτυρία, υπήρχε νόμος του Πιττακού, ο οποίος απαγόρευε την πίστωση. Στην περίπτωση που ένας από τους συμβαλλόμενους δεν μπορούσε να παραδώσει άμεσα είτε το πωλούμενο αντικείμενο είτε το αντίτιμό του, σύναπταν αρραβώνα, ένα είδος δημοσιοποιημένης προκαταρκτικής συμφωνίας. Η συμφωνία αυτή ήταν δεσμευτική και η παράβασή της επέσυρε δικαστική δίωξη. Ο αρραβώνας, ωστόσο, είναι γνωστός μόνον από κλασικές πηγές και η εφαρμογή του στην Αρχαϊκή περίοδο είναι αβέβαιη. Μεταξύ των υποχρεώσεων του πωλητή ήταν και η ανακοίνωση στον αγοραστή των ελαττωμάτων του πωλούμενου αντικειμένου (προλέγειν).


Μία από τις αρχαιότερες τυπικές συμβάσεις του ελληνικού δικαίου ήταν το δάνειο. Έχει υποστηριχτεί ότι για την εγκυρότητά του ήταν απαραίτητη η παρουσία μαρτύρων, αλλά φαίνεται ότι, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις, οι μάρτυρες έπαιζαν προφανώς μόνο αποδεικτικό ρόλο. Από την Κλασική περίοδο γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα σχετικά με την ξεχωριστή κατηγορία που αποτελούσαν τα ναυτικά δάνεια (χρήματα ναυτικά). Ιδιαίτερα γνωρίσματά τους ήταν η ανάληψη του κινδύνου, η συνομολόγηση εξαιρετικά υψηλών τόκων, η εγγύηση και το σχετικό έγγραφο. Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή για την οποία γίνεται λόγος, η ναυσιπλοΐα ήταν ένα εγχείρημα με πολλούς κινδύνους (καιρός, πειρατές, εχθρικά φύλα κοντά στα λιμάνια προορισμού). Για το λόγο αυτό οι ναυτικοί τόκοι μπορούσαν να ξεπερνούν και το 30% για κάθε ταξίδι, όταν οι έγγειοι τόκοι δεν ήταν πάνω από 12% ετησίως. Οι διαφορές που προέκυπταν από τέτοιες συμβάσεις κρίνονταν στα ναυτοδικεία και στα εμποροδικεία. Τέλος, ως εγγύηση (υποθήκη) θεωρούνταν το ίδιο το πλοίο όταν δανειζόταν ο καπετάνιος, ή μέρος του εμπορεύματος όταν δανειζόταν ο έμπορος που ναύλωνε το πλοίο.


Σε συγγενικές και θρησκευτικές μορφές οργάνωσης (όπως οι σύσσιτοι και οι οργεώνες) ανάγονται οι ρίζες των κεφαλαιουχικών εταιρειών που ονομάζονταν κοινωνίαι χρημάτων. Ο Σόλωνας τούς παραχώρησε το δικαίωμα να συντάσσουν το καταστατικό τους, για το οποίο χρειαζόταν απλώς η έγκριση των μελών. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχύ του ήταν να μην εναντιώνεται στους κείμενους νόμους. Από την ίδρυσή τους οι εταιρείες αποκτούσαν δικαιοπρακτική ικανότητα για όλες τις πράξεις που δεν απαιτούσαν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Διέθεταν επίσης εργοληπτική αρμοδιότητα έναντι της πόλης (εκληπτορία) για επιχειρήσεις μεταλλείων, εμπορίου και άλλων δημόσιων έργων.



| εισαγωγή | δομές | δίκαιο | αξίες | Αρχαϊκή Περίοδος

Σημείωση: Επιλέγοντας τις εικόνες θα δείτε μια σύντομη περιγραφή.