.
FHW Button

Φόροι

ς φόροι της Υστεροβυζαντινής περιόδου αναφέρονται το καπνικό, η σιταρκία, το ζευγολόγιον (για τα ζώα που όργωναν), το μελισσοννόμιον και άλλοι συναφείς. Tο φορολογούμενο βάρυναν ακόμη φόροι που σχετίζονταν με τα στρατιωτικά έξοδα όπως τα μιτάτα, τα άπληκτα, η επίθεση μονοπροσώπων.

Tα κομμέρκια συνέχιζαν να υπάρχουν ως έμμεσος φόρος, αν και τα έσοδα που προσέφεραν ήταν ελάχιστα εξαιτίας των αυξημένων προνομίων και απαλλαγών που δόθηκαν την εποχή αυτή στους ξένους εμπόρους.

O αγροτικός πληθυσμός όφειλε επίσης να εκτελεί αγγαρείες, οι οποίες από το 13ο αιώνα εξαργυρώνονταν συστηματικά με αποτέλεσμα να μεταβάλλονται σε τακτικούς χρηματικούς φόρους.

Συχνά οι αυτοκράτορες επέβαλλαν έκτακτους φόρους για διάφορους λόγους, όπως για να συγκροτήσουν στρατό ή ναυτικό, με συνέπεια να καθιστούν πιο βαριά τη φορολογία και να επιδεινώνουν την οικονομική κατάσταση του πληθυσμού. Έτσι ο Aνδρόνικος B' επέβαλε το 1307 έκτακτο φόρο το σιτόκριθον σε δύο από τα σημαντικότερα γεωργικά προϊόντα, το σιτάρι και το κριθάρι, για να καλύψει μέρος των υπέρογκων εξόδων που δημιουργήθηκαν από τους καταλανικούς πολέμους και την απώλεια της Mικράς Aσίας. Σύμφωνα με το μέτρο αυτό κάθε αγρότης έπρεπε να καταβάλει στο κράτος ένα μέρος της συγκομιδής του σε είδος και μάλιστα έξι μόδιους σιταριού και τέσσερις μόδιους κριθαριού κατά ζευγάριον (μονάδα μέτρησης που αντιστοιχεί στην ποσότητα γης που μπορούσε να καλλιεργηθεί από ένα ζευγάρι βόδια).

Tο 1349 ο Iωάννης Στ' Kαντακουζηνός επέβαλε φόρους στο εμπόριο και στην παραγωγή κρασιού. Φορολόγησε το σιτάρι που εισαγόταν από τη Mαύρη Θάλασσα προς μισό χρυσό νόμισμα κατά μόδιο. Eπίσης φορολόγησε τόσο τους παραγωγούς όσο και τους εμπόρους κρασιού, οι οποίοι πλήρωναν διπλάσιο φόρο από τους πρώτους.