|
Tο
στάδιο
Το Παναθηναϊκό Στάδιο ή Καλλιμάρμαρο όχι μόνο συμβολίζει τη
μακραίωνη παράδοση του ελληνικού αθλητισμού, αλλά και συνδέεται
στενά με την ιστορία της πόλης των Αθηνών.
Η πρώτη αναφορά σε αυτό γίνεται την περίοδο διοίκησης της
πόλης από το
Λυκούργο (330-336 π.Χ.), ο οποίος αποφάσισε τη δημιουργία
ενός αθλητικού χώρου για τους κατοίκους. Η περιοχή του Αρδηττού
κρίθηκε ως η καταλληλότερη στο σημείο που ενώνονται οι λόφοι
΄Aγρας και Αρδηττός, κοντά στον Ιλισό ποταμό.
Ύστερα από τις απαιτούμενες εργασίες ο αγωνιστικός χώρος περιβλήθηκε
με λίθινη περίφραξη. Επίσης κατασκευάστηκαν λιγοστά ξύλινα
καθίσματα, τα οποία είχαν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τιμώμενα
πρόσωπα (ιερείς, πρεσβευτές, άρχοντες, παιδιά πεσόντων σε
πολέμους), σε αντίθεση με τους υπόλοιπους θεατές που κάθονταν
στα βράχια των δύο λόφων.
Αρκετούς αιώνες αργότερα, το 131 μ.Χ., με πρωτοβουλία του
Ηρώδη του Αττικού, κατασκευάστηκε στον ίδιο χώρο ένα μεγαλοπρεπές
στάδιο χωρητικότητας 50.000 θεατών. Το στάδιο διαμορφώθηκε
έτσι ώστε οι παρευρισκόμενοι να προφυλάσσονται στη διάρκεια
των θηριομαχιών, ενώ οι κερκίδες χωρίστηκαν σε δύο διαζώματα
με 23 σειρές μαρμάρινα εδώλια το καθένα.
Με το πέρασμα των αιώνων το Στάδιο άρχισε να εγκαταλείπεται.
Τα μάρμαρα μετακινήθηκαν για να χρησιμεύσουν στην ανέγερση
άλλων κτηρίων ή στην κατασκευή ασβέστη.
Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια προκειμένου το στάδιο
να ξαναβρεί την παλαιά του αίγλη. Έτσι το 1870 φιλοξενήθηκε
εκεί η Ζάππειος Ολυμπιάδα, όπως και 5 χρόνια αργότερα, αφού
πρώτα ο χώρος καθαρίστηκε και διαμορφώθηκε κατάλληλα.
Όταν το 1894 αποφασίστηκε στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο στο
Παρίσι να αναλάβει η Αθήνα την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων,
η ανάγκη δημιουργίας σταδίου ήταν επιτακτική. Τότε η σκέψη
των περισσοτέρων πήγε αμέσως στο Παναθηναϊκό Στάδιο.
Μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για
την ανακατασκευή του και γι' αυτό αποφασίστηκε να γίνει πανελλήνιος
έρανος. Το μεγαλύτερο μερίδιο όμως το έδωσαν οι ομογενείς
της Αλεξάνδρειας και ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο πρόεδρος της ελληνικής
κοινότητας, συνεισφέροντας 585.000 δραχμές.
Τα σχέδια για το νέο στάδιο στηρίχτηκαν στις ανασκαφές του
Ernest Ziller από το 1873 και εργάστηκαν για την πραγματοποίησή
τους εκατοντάδες εργάτες. Τα προβλήματα όμως που ενέσκηψαν
ήταν πολλά και κυρίως οικονομικής φύσεως.
Με νέα βοήθεια από το Γεώργιο Αβέρωφ συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο
ποσό, αλλά πλέον είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος για να ετοιμαστεί
ο χώρος εντός του προβλεπόμενου χρόνου. Ο εργολήπτης Περικλής
Κυριάκος, καθηγητής του Πολυτεχνείου, ενημέρωσε τον Ιανουάριο
του 1896 ότι δεν μπορούσε να παραδώσει το στάδιο εκ νέου επιστρωμένο
με μάρμαρο στα τρία τέταρτά του, όπως πρόβλεπε το αρχικό σχέδιο.
Αποφασίστηκε λοιπόν να καλυφθούν από μάρμαρο μόνο οι τέσσερις
πρώτες σειρές και οι υπόλοιπες κερκίδες να είναι ξύλινες.
Αυτές βάφτηκαν με λευκό χρώμα, ώστε να μην υπάρχει δυσαρμονία
με τις υπόλοιπες. Επίσης, αντί προπυλαίων τοποθετήθηκαν ξύλινα
βάθρα με γύψινα αντίγραφα αρχαίων γλυπτών.
Όσον αφορά την κατασκευή του στίβου την επιμελήθηκε ο Βρετανός
αρχιτέκτονας Charles Perry, ο οποίος θεωρούνταν εκείνη την
εποχή ο κατεξοχήν ειδικευμένος σε τέτοιου είδους έργα.
Παράλληλα δημιουργήθηκαν, λόγω του Ιλισού ποταμού, πέντε γέφυρες-προσβάσεις
στο Παναθηναϊκό Στάδιο και έξι είσοδοι. Τελικά το Καλλιμάρμαρο
διέθετε 60 κερκίδες που διαιρούνταν σε δύο ζώνες, την επάνω
και την κάτω.
Το μεσημέρι της 25ης Μαρτίου του 1896 έγινε με κάθε επισημότητα
η έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, που την παρακολούθησαν περισσότεροι
από 60.000 Αθηναίοι. Φιλοξενήθηκαν τα αγωνίσματα του στίβου,
της γυμναστικής, της πάλης, της άρσης βαρών, καθώς και ο τερματισμός
του μαραθώνιου δρόμου. Tα άλλα αθλήματα, η ποδηλασία και η
αντισφαίριση, διεξήχθησαν στο ποδηλατοδρόμιο του Nέου Φαλήρου
(στάδιο Kαραϊσκάκη). Στο Σκοπευτήριο της Kαλλιθέας, που όπως
και το ποδηλατοδρόμιο κατασκευάστηκε για τους Aγώνες, πραγματοποιήθηκαν
τα αγωνίσματα της σκοποβολής και στο Zάππειο της ξιφασκίας.
Αμέσως μετά το τέλος των αγώνων με αργούς ρυθμούς συνεχίστηκαν
και οι εργασίες στο Καλλιμάρμαρο, το οποίο ήταν πλέον έτοιμο
λίγο πριν τη Μεσολυμπιάδα του 1906. Τοποθετήθηκαν παντού μάρμαρα,
ενώ έγιναν και έργα υποδομής, προσδίδοντας στο στάδιο -με
κάποιες μικρές διαφορές- τη σημερινή του μορφή.
|