|
Στα χρόνια πριν από το 19ο αιώνα, η έννοια των σπορ στην Οθωμανική αυτοκρατορία συνδεόταν περισσότερο με τελετουργικούς διαγωνισμούς στα πλαίσια μιας ευρύτερης γιορτής και λιγότερο με την άθληση των νεαρών ατόμων. Στα πανηγύρια των χριστιανών διοργανώνονταν αγώνες ταχύτητας με ζώα, ιππασίας και σκοποβολής. Οι γιορτές και τα γλέντια των ορεσίβιων πληθυσμών του ελληνικού χώρου περιλάμβαναν μεταξύ άλλων και διαγωνισμούς ρίψης πέτρας και πάλη. Ταυτόχρονα, η πάλη ήταν μια από τις πιο αγαπημένες διασκεδάσεις των μουσουλμάνων. Οι παλαιστές αλείφονταν με λάδι για να δυσκολεύουν τη λαβή του αντιπάλου τους και επιδίδονταν σε ένα είδος ελεύθερης πάλης, γνωστής ως γιαγλι-γκιουρές. Οι θεατές περιστοίχιζαν κυκλικά τους παλαιστές και συνόδευαν τον αγώνα με φωνές και πειράγματα. Αρκετά διαδεδομένοι επίσης ήταν και οι αγώνες πάλης μεταξύ ζώων, οι κριαρομαχίες και οι κοκορομαχίες. Εκτός από τα σπορ, στα καφενεία και σε άλλα καταστήματα αναψυχής οι κάτοικοι των πόλεων επιδίδονταν σε επιτραπέζια παιχνίδια, όπως την τάβλα (τάβλι) και το σατράντς (σκάκι). Το κυνήγι ήταν η πιο αγαπημένη ομαδική διασκέδαση της ανώτατης Οθωμανικής ελίτ. Απαιτούσε ιδιαίτερη οργάνωση και επιμελημένη προπαρασκευή. Ολόκληρα χωριά ή συγκεκριμένα πρόσωπα, οι γερακάρηδες (doganci), φρόντιζαν για την εκπαίδευση και την αποστολή γερακιών στην Πύλη για τα κυνήγια του σουλτάνου, με αντάλλαγμα μεγάλες φορολογικές απαλλαγές και διευκολύνσεις. Οι κυνηγότοποι βρίσκονταν κυρίως στη Θράκη, αν και μερικές φορές ο σουλτάνος έφτανε ως και τη Θεσσαλία και την Ήπειρο για να κυνηγήσει. Η ακολουθία του ήταν πολυμελής και το πέρασμά της δημιουργούσε προβλήματα στους χωρικούς, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές που εξαναγκάζονταν να καλύψουν τις ανάγκες του κυνηγιού ακόμα και με τις ζωές τους, αφού τους χρησιμοποιούσαν ως ζωντανά δολώματα ή και ως θηράματα. |