Τη βυζαντινή αυτοκρατορία κυβέρνησε από το 1042 μέχρι το 1055 ο
Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος. Ήταν άνθρωπος με αριστοκρατική καταγωγή,
γοητευτικός και με εκλεπτυσμένη συμπεριφορά. Αποστρεφόταν τη
σοβαρότητα και τις κακές ειδήσεις και επιθυμούσε να περάσει τα χρόνια
της βασιλείας του ειρηνικά. Ο Μιχαήλ Ψελλός λέει μάλιστα ότι έρρεπε
από τη φύση του στις ηδονές και στις απολαύσεις. Ο αυτοκράτορας
εγκατέστησε την ερωμένη του Mαρία Σκλήραινα στο παλάτι και της έδωσε
τον τίτλο της
σεβαστής,
παρά τις αντιδράσεις του λαού υπέρ της
νόμιμης διαδόχου Ζωής. Για να κερδίσει την εύνοια των Κωνσταντινουπολιτών έδωσε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό αξιωμάτων και χρημάτων. Για τον ίδιο λόγο πρόσφερε θεάματα στην Πρωτεύουσα, φέρνοντας από την Αίγυπτο ζώα εξωτικά που προκάλεσαν μεγάλο θαυμασμό. Η σπάταλη ζωή του αυτοκράτορα, που σχολίασαν πολλοί συγγραφείς, όπως ο Ιωάννης Σκυλίτζης και ο Κεκαυμένος, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στο κρατικό ταμείο και οδήγησε στην επιβολή βαριάς φορολογίας. Χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής του Μονομάχου ήταν αφενός η αδιαφορία του αυτοκράτορα για τις υποθέσεις του κράτους, αφετέρου οι ραδιουργίες, η ηθική διαφθορά και η κακοπιστία ανάμεσα στους συμβούλους του. Tο κλίμα αυτό προκάλεσε σειρά εξεγέρσεων. Eίναι ενδεικτικό ότι στα 32 χρόνια διακυβέρνησης του Μονομάχου σημειώθηκαν 30 στάσεις, ενώ πολλοί ήταν οι στρατηγοί που εξορίστηκαν, εκτελέστηκαν ή τυφλώθηκαν. Τόσο ο Γεώργιος Μανιάκης όσο και ο Θεόφιλος Ερωτικός, κυβερνήτης της Κύπρου, αλλά και ο Λέοντας Τορνίκιος, που έφτασε μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, στασίασαν, χωρίς όμως επιτυχία. Τα εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα του κράτους σταδιακά αυξήθηκαν και ο Κωνσταντίνος αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να τα αντιμετωπίσει. Ωστόσο, το κράτος συνέχιζε να απολαμβάνει τους καρπούς της ισχυρής βασιλείας του Βασιλείου Β' (976-1025), με αποτέλεσμα η κακή διοίκηση να μη γίνεται εμφανής σε όλη της την έκταση. |