Ο Μιχαήλ Ε' Καλαφάτης ανέβηκε στο θρόνο το 1041, μόνο για τέσσερις
μήνες, χωρίς να προσφέρει κάποιο ιδιαίτερο έργο. Έφερε το επίθετο Καλαφάτης
λόγω της απασχόλησής του στο παρελθόν σε ναυπηγεία, όπου
καλαφάτιζε μαζί με τον πατέρα του πλοία. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε
να πάρει με το μέρος του την τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών, από
την οποία και προερχόταν, πότε μοιράζοντας αξιώματα και πότε κάνοντας
δωρεές.
Από τις πρώτες του ενέργειες ήταν η σύλληψη και εξορία του
θείου του Ιωάννη Ορφανοτρόφου και της συναυτοκράτειρας Ζωής. Έτσι ο
Μιχαήλ Ε' παρέμεινε μονοκράτορας. Η καθαίρεση όμως της Ζωής, η
οποία προερχόταν από τη νόμιμη στην εξουσία δυναστεία, προκάλεσε τις
έντονες και βίαιες αντιδράσεις του λαού, που κάλεσε την αδελφή της
Ζωής, τη μοναχή ως τότε Θεοδώρα, και την έστεψε αυτοκράτειρα στην
Αγία Σοφία. Οι επιθέσεις του λαού ήταν τόσο σφοδρές ακόμη και
εναντίον του παλατιού, που ο Μιχαήλ προσπάθησε να τις κατευνάσει
ανακαλώντας τη Ζωή από την εξορία. Ωστόσο, το τέλος του αυτοκράτορα
υπήρξε τραγικό. Mε διαταγή της Θεοδώρας και της Zωής καθαιρέθηκε,
τυφλώθηκε και εξορίστηκε.
Το γεγονός αυτό έχει μεγάλη σημασία σε
ό,τι αφορά στη διαδοχή στο θρόνο. Η Θεοδώρα και η Ζωή, που ήταν γόνοι
της μακεδονικής δυναστείας, παρέμεναν στη συνείδηση του λαού ως οι
νόμιμοι δικαιούχοι του αυτοκρατορικού θρόνου, παρά το γεγονός ότι και ο
Μιχαήλ Ε' ήταν νόμιμος αυτοκράτορας.
Οι δύο αδελφές κυβέρνησαν
για πολύ λίγο καιρό το βυζαντινό κράτος, από τις 21 Απριλίου μέχρι τις
12 Ιουνίου του 1042. Η έλλειψη διοικητικών ικανοτήτων οδήγησε τη Ζωή
στην αναζήτηση νέου συζύγου. H εξηντάχρονη αυτοκράτειρα παντρεύτηκε τελικά
τον Κωνσταντίνο Μονομάχο, γόνο μιας από τις καλύτερες οικογένειες της
Κωνσταντινούπολης.
|