Βackovo: μονή στη Bουλγαρία. Το μοναστήρι ιδρύθηκε στα 1083 από έναν ανώτατο βυζαντινό αξιωματούχο γεωργιανής καταγωγής το Γρηγόριο Πακουριανό. Οι τοιχογραφίες του κοιμητηριακού ναού, σύμφωνα με επιγραφικές μαρτυρίες, έγιναν με χορηγία κάποιου Νεόφυτου, ηγούμενου της μονής και ήταν έργο του ζωγράφου Ιωάννη Ιβηρόπουλου, πιθανότατα γεωργιανής καταγωγής επίσης. βαθμιδωτό κόσμημα: κεραμοπλαστικό κόσμημα που αποτελείται από δύο παράλληλες σειρές τούβλων που συνδέονται με ένα άλλο, μικρό, τοποθετημένο κάθετα ώστε να σχηματίζεται μια σειρά από βαθμίδες. Βαλσαμών Θεόδωρος: (μεταξύ 1130-1140 και πέθανε μετά το 1195). Ο γνωστότερος από τους τρεις μεγάλους βυζαντινούς κανονολόγους του 12ου αιώνα (οι άλλοι δύο είναι οι Aριστηνός και Ζωναράς). Το σπουδαιότερο έργο του είναι τα σχόλια στο "Νομοκάνονα των ιδ' τίτλων" που έγραψε με παρακίνηση του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α' και του πατριάρχη Μιχαήλ Γ'. Βαρδάνης-Φιλιππικός: (;-μετά το 730). Βυζαντινός αυτοκράτορας αρμενικής καταγωγής (711-713). Ανέβηκε στο θρόνο με στάση των κατοίκων της Χερσώνας εναντίον του Ιουστινιανού Β' και μετονομάστηκε Φιλιππικός. Η εκκλησιαστική του πολιτική υπέρ του Μονοφυσιτισμού και η ολιγωρία του απέναντι στους εξωτερικούς εχθρούς της αυτοκρατορίας οδήγησε στην πτώση του από το θρόνο από τον Αρτέμιο-Αναστάσιο Β'. Βάρδας, καίσαρ: (;-866). Ανώτατος βυζαντινός αξιωματούχος, αδελφός της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (συζύγου του Θεόφιλου). Ως κηδεμόνας του ανήλικου αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή του Βυζαντίου. Σε δική του πρωτοβουλία αποδίδεται η ίδρυση με κρατικά έξοδα ανώτατης σχολής (πανεπιστημίου) στην Κωνσταντινούπολη. Στις 21 Απριλίου 866 δολοφονήθηκε από τον ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας Βασίλειο Α'. Η σκηνή αυτή μαζί με άλλες από τη ζωή του απεικονίζονται σε βυζαντινό χειρόγραφο που σώζεται στη Μαδρίτη. Βαρλαάμ και Ιωάσαφ: συλλογή αλληγορικών μύθων με τη μορφή βιογραφίας των δύο αγίων που αναφέρει ο τίτλος. Οι μελετητές του κειμένου υποστηρίζουν ότι αποτελεί ένα συμπίλημα ανατολικών μύθων ινδικής προελεύσεως. Από το 12ο αιώνα το κείμενο εμφανίζεται ως έργο του Ιωάννη Δαμασκηνού. Βασίλειος: αρχηγός των Βογόμιλων της Κωνσταντινούπολης, πέθανε στη βυζαντινή πρωτεύουσα γύρω στο 1110. βασίλειος πύλη: η είσοδος στον κυρίως ναό. βασίλειο Φράγκων: κρατικό μόρφωμα που δημιούργησε στην περιοχή της Γαλατίας ο ηγεμόνας του γερμανικού φύλου των Φράγκων, Χλοδοβίκος, αφού υπέταξε το κρατίδιο του Ρωμαίου Συάγριου που υπήρχε στην περιοχή (486). βασιλική: αρχιτεκτονικός τύπος ναού. Πρόκειται για μια ορθογώνια στην κάτοψη αίθουσα που χωρίζεται με κιονοστοιχίες σε τρία ή περισσότερα κλίτη. Ο αρχιτεκτονικός τύπος της βασιλικής χρησιμοποιήθηκε από τους χριστιανούς ήδη από τον 4ο αιώνα για τους χώρους λατρείας τους. Το ανατολικό τμήμα καταλήγει σε ημικυλινδρική κόγχη, την αψίδα, που προορίζεται για τον κλήρο, ενώ στα δυτικά υπάρχει ο νάρθηκας για τους κατηχούμενους. Βέλα Γ': βασιλιάς της Ουγγαρίας (1172-1196). βησιγοτθικό βασίλειο: το κράτος που ίδρυσε το γερμανικό φύλο των Βησιγότθων στην Ισπανία (5ος αιώνας). Οι Βησιγότθοι δέχτηκαν πρόθυμα τον ισπανορωμαϊκό πολιτισμό, συγκρότησαν πλούσιες βιβλιοθήκες και ανέδειξαν μορφές σαν το λόγιο Ισίδωρο της Σεβίλλης. Δυναστικές έριδες όμως οδήγησαν στην πτώση του βασιλείου από τις αραβικές δυνάμεις του Ταρίκ (711). Βιθυνία: περιοχή της βορειοδυτικής Ασίας, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, που αποτέλεσε ξεχωριστή επαρχία από τον 4ο αιώνα, με πρωτεύουσα τη Νικομήδεια. billon: μεταλλικό κράμα ασημιού και χαλκού, που περιείχε λιγότερο από 50% ασήμι. Βίος Αγίου Αθανασίου του 'Aθω: Βίος (αγιολογικό κείμενο που αφηγείται τη ζωή αγίων) για τον άγιο Αθανάσιο, τον ιδρυτή της μονής της Μεγάλης Λαύρας στη χερσόνησο του 'Aθω. Ο Αθανάσιος, πριν πάει στον 'Aθω, σταδιοδρόμησε για σύντομο χρονικό διάστημα ως δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη. Βίος Aγίου Στεφάνου του Νέου: αγιολογικό κείμενο που αφηγείται τη ζωή και τα θαύματα που πραγματοποίησε ο άγιος Στέφανος ο Νέος. Πρόκειται για ερημίτη μοναχό που έζησε μεταξύ 713 και 764. Εξαιτίας της εικονολατρικής του στάσης βασανίστηκε, εκτελέστηκε και αργότερα ανακηρύχθηκε άγιος. Βογόμιλοι: αίρεση που πήρε την ονομασία της από τον πρώτο δάσκαλό της, Βογόμιλο (=σλαβική ονομασία του ελληνικού ονόματος "Θεόφιλος"). βοϊδάτος: φορολογικός χαρακτηρισμός για αγρότη που κατείχε τη φορολογική και οικονομική μονάδα του ενός βοϊδιού, δηλαδή γη που για το όργωμά της αρκούσε μισό ζευγάριον (ένα βόδι). Βόρις Α'-Μιχαήλ: (;-907). Hγεμόνας των Βουλγάρων (852-889), γνωστός για την απόφασή του να δεχτεί τον εκχριστιανισμό των υπηκόων του από βυζαντινούς ιεραπόστολους. Πέθανε το 907 και λίγο αργότερα ανακηρύχθηκε άγιος από τη Βουλγαρική Εκκλησία. βουλευτές: (curiales) τα μέλη της τοπικής βουλής των πόλεων (curia). Ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική τάξη -συνήθως μεγάλοι γαιοκτήμονες- και ήταν υπεύθυνοι για την ομαλή λειτουργία των θεσμών της πόλης. βυζαντινά νομισματοκοπεία: τα βυζαντινά νομίσματα σε κάποιες περιόδους κόβονταν μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά συνήθως υπήρχαν και ένα ή δύο επαρχιακά νομισματοκοπεία. Στην πρώιμη ωστόσο περίοδο, η τεράστια έκταση της αυτοκρατορίας επέβαλε την κατασκευή νομισμάτων σε διάφορα σημεία της. Έτσι, δημιουργήθηκαν περισσότερα επαρχιακά νομισματοκοπεία οργανωμένα στο σχήμα που είχαν και τα επισκοπικά κέντρα, τα οποία ο Διοκλητιανός υπέβαλε σε άμεσο κρατικό έλεγχο. Τα σπουδαιότερα και με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής νομισματοκοπεία λειτούργησαν (εκτός από την Κωνσταντινούπολη) στη Θεσσαλονίκη, τη Νικομήδεια, την Αντιόχεια, την Κύζικο, την Αλεξάνδρεια, την Καρχηδόνα, τις Συρακούσες, τη Ρώμη, τη Χερσώνα και τη Ραβέννα. Κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο αναγραφόταν πάντα επάνω στο νόμισμα το νομισματοκοπείο στο οποίο είχε κατασκευαστεί. Στις επόμενες περιόδους η πρακτική αυτή ατόνησε. |