Όπως ωραία διατύπωσε ο βυζαντινολόγος Cyril Mango στο βιβλίο του "Βυζάντιο, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης", "όλες οι αυτοκρατορίες πάντοτε κυβέρνησαν μια πληθώρα λαών και η βυζαντινή αυτοκρατορία δεν αποτέλεσε εξαίρεση". Τα έθνη που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία της, αν και μεταξύ τους υπήρχε κοινή αποδοχή του κυρίαρχου ελληνόφωνου και χριστιανικού πολιτισμού της αυτοκρατορίας, είχαν την τάση να ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους και να επιβεβαιώνουν την ιδιαιτερότητά τους μέσω των ξεχωριστών πολιτιστικών στοιχείων (κυρίως της γλώσσας) που μοιράζονταν. Ως παράδειγμα αναφέρουμε την Κωνσταντινούπολη, που την εποχή του Ιουστινιανού, όπως όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες, παραδίδεται ως χωνευτήρι ετερόκλητων στοιχείων. Σύμφωνα με σύγχρονη πηγή, αντιπροσωπεύονταν σ' αυτήν και οι εβδομήντα δύο γνωστές ανθρώπινες γλώσσες! Ξένοι (Γερμανοί και Ούννοι) και σκληροτράχηλοι βυζαντινοί υπήκοοι (Ίσαυροι, Ιλλυριοί και Θράκες) περιλαμβάνονταν στα στρατεύματα της πόλης. Μοναχοί Σύροι, Μεσοποτάμιοι και Αιγύπτιοι, που δε γνώριζαν λέξη ελληνικά, συνέρεαν στην πρωτεύουσα υπό την προστασία της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Οι πανταχού παρόντες Εβραίοι εργάζονταν ως τεχνίτες και έμποροι, ενώ πολλοί ήταν και οι Ιταλοί και Αφρικανοί, των οποίων η μητρική γλώσσα ήταν τα λατινικά (όπως και του ίδιου του Ιουστινιανού!). Ποικίλη ήταν την ίδια εποχή η δημογραφική σύνθεση και σε άλλες περιοχές του κράτους που ο πληθυσμός του έχει υπολογιστεί σε 30 περίπου εκατομμύρια (!). Οι περιοχές αυτές ήταν, στην κυριολεξία, εκπληκτικά μωσαϊκά από γηγενείς λαούς και εποίκους, αμετάβλητα για πολλούς αιώνες πριν την εποχή του Ιουστινιανού. Αναφέρουμε λίγα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα: Ίβηρες, Λαζοί, Αβασγοί και Γότθοι κατοικούσαν στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου, Κέλτες, Εβραίοι και περσικής καταγωγής έποικοι βρίσκονταν στα υψίπεδα της Μικράς Ασίας, Αρμένιοι στην Καππαδοκία, Εβραίοι, Σαμαρείτες και 'Αραβες στην Παλαιστίνη.