 |
| Σημαντικές μεταβολές σημειώθηκαν στις τεχνικές της μεταλλοτεχνίας
και στη διάδοση των προϊόντων τους στη διάρκεια των Σκοτεινών Χρόνων και
της Γεωμετρικής περιόδου. Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες όμως παραμένουν περιορισμένες
και συχνά οι αρχαιολόγοι ερμηνεύουν υποθετικά μόνο τα σπουδαία κοινωνικά
και οικονομικά φαινόμενα με μοναδικό έρεισμα τις ισχνές αντανακλάσεις τους
στον υλικό πολιτισμό της εποχής. |
| Για παράδειγμα δεν έχει ακόμα απαντηθεί πειστικά το ερώτημα της προέλευσης
του κασσίτερου που χρησιμοποιούνταν στα κράματα χαλκού. Ξέρουμε ότι
στους ιστορικούς χρόνους ήταν γνωστά τα κοιτάσματα της Ουαλίας και αργότερα
της Γερμανίας, αλλά την εποχή που μας αφορά είναι πιθανότερο ο κασσίτερος
να έφτανε από το Αφγανιστάν μέσω της Συρίας και της Φοινίκης. Ο χαλκός βέβαια
υπήρχε πάντα άφθονος στην Κύπρο και την Ισπανία αλλά και σε άλλες περιοχές
της ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Τα στοιχεία
αυτά -σε συνδυασμό με την απουσία προϊόντων από ορείχαλκο στα τέλη του 11ου
και τις αρχές του 10ου αιώνα π.Χ.- οδήγησαν ορισμένους μελετητές στην άποψη
ότι κατά την περίοδο αυτή είχε διακοπεί η επικοινωνία του ελλαδικού χώρου
με την Ανατολή. |
| Στην Ελλάδα επίσης υπήρχαν πλούσια κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος.
Θα πρέπει όμως να υποθέσουμε ότι θα χρειάστηκε αρκετός χρόνος στους ντόπιους
μεταλλουργούς να τα αναγνωρίσουν και κυρίως να δαμάσουν την καινούργια τεχνολογία
εξεγωγής σιδήρου από το μετάλλευμα. H τεχνολογία αυτή είναι αρκετά πιο
περίπλοκη από εκείνη του χαλκού και διαδόθηκε στη Μικρά Ασία μετά την κατάρρευση
της αυτοκρατορίας των Χεταίων γύρω στο 1200 π.Χ. Μέχρι τότε ήταν αποκλειστικό
προνόμιο μίας μικρής κάστας μεταλλουργών και ο σίδηρος είχε την αξία πολύτιμου
μετάλλου. Στην παλαιότερη έρευνα ήταν κοινός τόπος ότι οι Δωριείς έφεραν
το σίδηρο στην Ελλάδα. Σήμερα όμως γίνεται αντιληπτό ότι η εισαγωγή της
χρήσης του σιδήρου είναι συνυφασμένη με ένα πολυδιάστατο πλέγμα πληθυσμιακών
και οργανωτικών κοινωνικών αλλαγών, μέρος των οποίων αποτελεί και η άφιξη
των Δωριέων. |
Ένα
άλλο πρόβλημα που οφείλεται κυρίως στην πενία των ευρημάτων είναι ο προσδιορισμός
των εισηγμένων μεταλλικών προϊόντων από την Ανατολή και ο διαχωρισμός
τους από τις απομιμήσεις τους που κατασκευάζονταν στην Ελλάδα. Φοινικικές
φιάλες είναι γνωστές από τον Κεραμεικό ήδη από τον 9ο αιώνα π.Χ. και η εισαγωγή
τους συνεχίστηκε και κατά τον 8ο, μαζί με προϊόντα ενός βορειοσυριακού εργαστηρίου.
Από το Ιδαίο 'Aντρο της Κρήτης γνωρίζουμε μία σειρά αναθηματικών ασπίδων
με ανατολίζουσες παραστάσεις, που χρονολογούνται στο τέλος του 8ου και τις
αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. Αν και για πολλά χρόνια είχε επικρατήσει η άποψη
ότι επρόκειτο για είδη εισαγωγής, φαίνεται πως κατασκευάζονταν στην Κρήτη,
είτε από εγκατεστημένους ανατολίτες τεχνίτες είτε από ντόπιους, αφού η μινωϊκή
και η μυκηναϊκή παραδοσιακή τεχνογνωσία δεν είχαν ολότελα ξεχαστεί. |
| Όπλα και κοσμήματα
είναι οι δύο κύριες κατηγορίες ευρημάτων από τους Σκοτεινούς Χρόνους. Στη
Γεωμετρική περίοδο επιπλέον αναπτύχθηκαν πολλές τοπικές σχολές που κατασκεύαζαν
ειδώλια και αγγεία.
|