Οι προηγούμενοι πολιτισμοί της ηπειρωτικής Ελλάδας δεν είχαν αναπτύξει τόσο εκτεταμένες διεθνείς σχέσεις, ώστε να επιτρέπονται χρονολογικοί συσχετισμοί με άλλους γνωστούς πολιτισμούς. Αντίθετα, οι εντατικές εμπορικές και διπλωματικές επαφές των Μυκηναίων με τον κόσμο της Ανατολής δημιουργούν ένα ευρύ πλέγμα αλληλεπιδράσεων, το οποίο διευκολύνει τη συγκριτική ή σχετική χρονολόγηση ανάμεσα στους πολιτισμούς της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Το σημαντικότερο όφελος των διεθνών ανταλλαγών είναι η σύνδεση του μυκηναϊκού πολιτισμού με τις πηγές της ιστορικής ή απόλυτης χρονολόγησης, οι οποίες είναι οι αιγυπτιακές πηγές και τα αρχεία του χετιτικού κράτους. Οι Μυκηναίοι και οι πόλεις τους δεν αναφέρονται βέβαια σ' αυτές τις πηγές, μια και είναι αμφίβολο ότι είχαν ένα κοινό όνομα, αλλά συχνά ταυτίζονται με κάποιους λαούς που έδρασαν στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Στη Μικρά Ασία επικρατούσαν κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., οι Χεταίοι, οι οποίοι είχαν την έδρα τους στη Χαττούσα, στην περιοχή του ποταμού Άγη. Χετιτικά έγγραφα από το 1300 π.Χ. αναφέρονται στο κράτος των "Αχιγιάβα", ενός λαού που κατοικούσε "πέρα από τη θάλασσα" και είχε ισχυρή ναυτική δύναμη. Ο λαός αυτός ταυτίζεται από πολλούς μελετητές με τους Μυκηναίους, ενώ το όνομά τους θεωρείται μια έμμεση αναφορά στους "Αχαιούς" του Ομήρου. Οι Χεταίοι είχαν αναπτύξει τόσο καλές σχέσεις με τους Αχιγιάβα, ώστε ο χεταίος ηγεμόνας αποκαλούσε το βασιλιά τους "αδελφό". Οι αναφορές στη χώρα των Αχιγιάβα υποδεικνύουν κατά την άποψη πολλών ερευνητών όχι κάποια μικρή περιοχή της μυκηναϊκής επικράτειας αλλά ολόκληρη την Πελοπόννησο. Το 1330 π.Χ. οι Χεταίοι κατέλαβαν ολόκληρη τη Νότια Μικρά Ασία και είχαν βλέψεις επέκτασης προς το Νότο. Οι Αιγύπτιοι υπό το Ραμσή Β' αναμετρήθηκαν μαζί τους στη μάχη του Kadesh το 1285 π.Χ. μετά την οποία επιτεύχθηκε ειρήνη. Μετά τη συνθήκη των δύο μεγάλων δυνάμεων ακολούθησε μια μακρά περίοδος ειρήνης, η οποία ευνόησε ιδιαίτερα τη μυκηναϊκή ναυτιλία, αφού η μετακίνηση στους θαλάσσιους δρόμους είχε γίνει πια ασφαλής. Μετά το 1230 π.Χ. το βασίλειο των Χεταίων αρχίζει να έχει εσωτερικά προβλήματα στη βορειοδυτική Μικρά Ασία λόγω των εξεγέρσεων της συνομοσπονδίας των πόλεων Assuwa. Σ' αυτό ακριβώς το διάστημα, κατά το οποίο η επιρροή των Χεταίων είχε εξασθενήσει, σημειώνεται η μυκηναϊκή διείσδυση στην περιοχή. Το βαθμό αυτής της διείσδυσης δείχνουν οι σημαντικές ποσότητες μυκηναϊκής κεραμικής στην πόλη της Τροίας, η εισαγωγή των οποίων όμως σταματά απότομα κατά τη διάρκεια της Τροίας VΙh. Το γεγονός αυτό και η οριστική καταστροφή της Τροίας που ακολούθησε ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι περισσότεροι ιστορικοί τοποθετούν σ' αυτό το διάστημα, δηλαδή γύρω στο 1200 π.Χ., τα γεγονότα του Τρωικού πολέμου. Παρόλο που ο Τρωικός πόλεμος δεν αποδεικνύεται με ιστορικά στοιχεία, μπορούμε όμως τουλάχιστον να υποθέσουμε ότι τα ομηρικά έπη αναφέρονται σε εκστρατείες των Μυκηναίων στη Μικρά Ασία, οι οποίες συντελέστηκαν κατά το τέλος του 13ου αιώνα π.Χ. Η χρονολογική σύνδεση του μυκηναϊκού πολιτισμού με τον αιγυπτιακό προέρχεται κυρίως από τις σποραδικές εισαγωγές αιγυπτιακών σκαραβαίων που βρίσκονται σε μυκηναϊκούς και υστερομινωικούς τάφους. Η αρχή της Μυκηναϊκής εποχής οριοθετείται με βάση τις αιγυπτιακές πηγές γύρω στο 1550 π.Χ. και συμπίπτει με τα τέλη της δεύτερης περιόδου της δυναστείας των Υκσώς. Οι Μυκηναίοι φαίνεται ότι συνδέονται ιστορικά με τους "λαούς της θάλασσας", οι οποίοι βάσει των αιγυπτιακών πηγών της βασιλείας του Ραμσή Γ' έκαναν πειρατικές επιδρομές στις περιοχές της Μεσογείου και γύρω στο 1300 π.Χ. είχαν γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Οι λαοί αυτοί, στους οποίους ανήκαν ίσως και μυκηναϊκά φύλα, θεωρείται ότι έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην κατάλυση των μυκηναϊκών βασιλείων. Με τους Μυκηναίους συνδέονται επίσης οι Φιλισταίοι -Pelesta στις αιγυπτιακές πηγές-, ένας λαός που δρούσε στην περιοχή της Παλαιστίνης και θεωρείται ότι είχε αφομοιώσει πολλά μυκηναϊκά στοιχεία. |
![]() |
|
|
Περατή, θαλαμωτός τάφος
75.
Σκαραβαίοι από φαγεντιανή. |
||
![]() |
||
|
Θήβα, Νέο Καδμείο. |
||