Ήδη από την Προανακτορική εποχή (3000-2000 π.Χ.) η διάδοση των προϊόντων της εγχώριας βιοτεχνίας εμφανίζεται αρκετά διαφορετική στα μεγάλα αστικά κέντρα και την περιφέρεια της Κρήτης. Το φαινόμενο αυτό δείχνει τη σταδιακή ένταξη των αγροτικών περιοχών στην τροχιά μιας σειράς οικισμών με εμπορική και πολιτική δύναμη. Στην ίδια εποχή χρονολογούνται και τα πρώτα εισηγμένα προϊόντα που προέρχονται κυρίως από τις Κυκλάδες και την Αίγυπτο.
Κατά την Ανακτορική περίοδο (2000-1400 π.Χ.) η οργάνωση και ο έλεγχος του εμπορίου πέρασε εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία των ανακτόρων. Εκεί συλλέγονταν τα προϊόντα της αγροτικής παραγωγής και της βιοτεχνίας και κατόπιν κατευθύνονταν προς τις εγχώριες και τις ξένες αγορές. Οι ανταλλαγές προϊόντων με μακρινές χώρες, απ' όπου οι Μινωίτες προμηθεύονταν τις πρώτες ύλες, εξυπηρετούνταν από την άριστα οργανωμένη ναυτιλία και την ίδρυση εμπορικών σταθμών σε σημαντικά λιμάνια της Μεσογείου. Είναι δε πολύ πιθανό ότι οι Μινωίτες είχαν αναλάβει και ένα μέρος του διεθνούς διαμετακομιστικού εμπορίου, μεταφέροντας μαζί με τα δικά τους προϊόντα και αυτά άλλων χωρών.
Η μνήμη της παντοδυναμίας της Κρήτης στη θάλασσα έμεινε ζωντανή στις μεταγενέστερες παραδόσεις, ώστε οι πηγές της Αρχαιότητας να αναφέρονται στη "μινωική θαλασσοκρατορία". Η μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά δεδομένα που αποκαλύπτουν την έντονη μινωική παρουσία σε ορισμένους μακρινούς νησιωτικούς οικισμούς, όπως το Ακρωτήρι της Θήρας και τα Κύθηρα, οι οποίοι εμφανίζουν το χαρακτήρα σταθερών μινωικών εγκαταστάσεων αν όχι των οργανωμένων αποικιών. Ανάλογα μινωικά στοιχεία εμφανίζονται και σε μια σειρά σημαντικών οικισμών στα παράλια της Μικράς Ασίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Μια διακριτική αλλά διαρκής παρουσία των κρητικών προϊόντων εντοπίζεται και στη δυτική Μεσόγειο, σε λιμάνια της Ιταλικής χερσονήσου, στη Μάλτα και τη Σαρδηνία.

Σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ελλάδα, που διατηρούσε εμπορικές επαφές και με την Ανατολή και με τη Δύση, οι σχέσεις της Κρήτης περιορίζονταν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της εποχής του Χαλκού μόνο στην Ανατολή. Προς το τέλος της Μινωικής εποχής παρατηρείται όμως μία αντίστροφη τάση. Το κρητικό εμπόριο προσανατολίστηκε περισσότερο προς τη Δύση ενώ εκείνο της ηπειρωτικής Ελλάδας προς την Ανατολή.

Η διακίνηση των μινωικών προϊόντων σε τόσο μεγάλη έκταση δεν εννοείται χωρίς την εγκατάσταση μιας μερίδας του πληθυσμού στο εξωτερικό. Έτσι θεωρείται βέβαιο ότι υπήρχε ένα ποσοστό μόνιμα απασχολούμενων εμπόρων, τεχνιτών, ναυτικών και διπλωματών, οι οποίοι είχαν μόνιμες ή προσωρινές κατοικίες σε διάφορα εμπορικά κέντρα του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου.