Η πρώτη φάση της Εικονομαχίας ξεκίνησε στην περίοδο 726-730, όταν ο Λέων Γ' Ίσαυρος απαγόρευσε με διατάγματα την προσκύνηση των εικόνων. Στην πολιτική αυτή του Λέοντα αντέδρασε η πλειονότητα του βυζαντινού κλήρου και του λαού, ενώ την αντίθεσή της εκδήλωσε και η Εκκλησία της Ρώμης. Ο Πάπας προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την περίσταση για να αποδεσμευτεί και από τις φορολογικές υποχρεώσεις προς το ανατολικό κράτος. Για να τον τιμωρήσει, ο Λέων αφαίρεσε από τη δικαιοδοσία του Πάπα την Εκκλησία του Ιλλυρικού (Κάτω Ιταλία - Σικελία και Ελλάδα) και την υπήγαγε στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Ο φανατισμός και τα πάθη κυριάρχησαν στη φάση αυτή της Εικονομαχίας. Ο διάδοχος του Λέοντα, Κωνσταντίνος Ε', εξαπέλυσε διωγμούς κατά των μοναχών. Επιπλέον, με σύνοδο το 754 στο ανάκτορο της Ιέρειας, καταδίκασε τις εικόνες και τη λατρεία τους. Στα χρόνια του οι συζητήσεις για τις εικόνες απέκτησαν χριστολογικό περιεχόμενο, καθώς η απεικόνιση του Χριστού συνδέθηκε με το δόγμα της Θείας Ενσαρκώσεως. Στις θεολογικές συζητήσεις ενεπλάκη πολλές φορές και ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Τις εικονομαχικές πεποιθήσεις συμμεριζόταν και ο γιος και διάδοχός του Λέων Δ' Χάζαρος. Ο πρόωρος θάνατός του, όμως, δεν του επέτρεψε να εκδηλώσει τις εικονομαχικές του τάσεις. Η σύζυγός του Ειρήνη, που ανέλαβε την εξουσία το 780 ως επίτροπος του γιου της Κωνσταντίνου Στ', στράφηκε υπέρ των εικονολατρών και με την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο που συγκάλεσε στη Νίκαια το 787 αναστήλωσε τις εικόνες κλείνοντας έτσι την πρώτη φάση της Εικονομαχίας.