Η αναζήτηση στοιχείων για τους πρώτους ινδοευρωπαίους κατοίκους του ευρωπαϊκού χώρου επικεντρώνεται στη μελέτη της ελληνικής Προϊστορίας. Και αυτό γιατί τα ελληνικά φύλα της εποχής του Χαλκού είναι τα μόνα ινδοευρωπαϊκά φύλα, για τα οποία υπάρχουν άφθονα και σημαντικά στοιχεία, προερχόμενα κυρίως από τις παραδόσεις που διασώζονται στον Όμηρο και τους ελληνικούς μύθους.

Από τη στιγμή που η μυκηναϊκή γλώσσα αναγνωρίστηκε ως ελληνική, η έρευνα απέκτησε ένα ακόμη στοιχείο που συνδέει τους ελλαδικούς πολιτισμούς της Χαλκοκρατίας με το ινδοευρωπαϊκό ζήτημα.

H ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια.

Η ελληνική γλώσσα που ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια θεωρήθηκε ότι ομιλούνταν από φύλα ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, τα οποία μετά την είσοδό τους στο χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδας εδραίωσαν τη γλώσσα τους, εκτοπίζοντας σταδιακά τις μέχρι τότε ομιλούμενες προελληνικές διαλέκτους. Από την αρχή του αιώνα μας η έρευνα ασχολήθηκε επισταμένως με το ερώτημα, πότε ακριβώς έλαβε χώρα η είσοδος των ινδοευρωπαϊκών φύλων στην ελληνική χερσόνησο.

Η "κάθοδος των Ινδοευρωπαίων" θεωρήθηκε ότι θα είχε προκαλέσει αναστάτωση στον εγχώριο πληθυσμό και δε θα ήταν απόλυτα ειρηνική. Έτσι, άρχισε να αναζητάται το διάστημα εκείνο κατά το οποίο σημειώθηκαν βίαιες πληθυσμιακές μετακινήσεις. Η ιστορική αυτή στιγμή έχει συνδεθεί από πολλούς ερευνητές στο παρελθόν με το διάστημα γύρω στο 2000 π.Χ., δηλαδή με την αρχή της Μεσοελλαδικής εποχής, επειδή η περίοδος που ακολούθησε παρουσιάζει έντονα στοιχεία κοινωνικών ανακατατάξεων. Τα πενιχρά δείγματα του υλικού πολιτισμού, η οπισθοδρόμηση της κοινωνικής οργάνωσης και της τεχνολογίας και η ανάγκη οχυρωματικών έργων θεωρήθηκαν φαινόμενα που προκλήθηκαν από τη βίαιη εισβολή των νέων φύλων.

 


Με αφετηρία αυτά τα γενικά χαρακτηριστικά στοιχεία του μεσοελλαδικού πολιτισμού, δημιουργήθηκε ένα σύνολο θεωριών που αναζητούσε στα αρχαιολογικά κατάλοιπα τα τεκμήρια της ινδοευρωπαϊκής καθόδου. Ως ενδείξεις που παρέπεμπαν στους ινδοευρωπαίους εισβολείς θεωρήθηκαν μερικά νεοεισαχθέντα στοιχεία και έθιμα, όπως η εμφάνιση του αλόγου, η χρήση των τύμβων ή ακόμη και η εμφάνιση της τροχήλατης μινυακής κεραμικής, τα οποία θεωρήθηκε ότι είχαν φέρει μαζί τους οι πρώτοι Έλληνες.

Οι θεωρίες αυτές παρουσιάζουν όμως αρκετά προβλήματα τεκμηρίωσης. O τόπος προέλευσης των Πρωτοϊνδοευρωπαίων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί με ακρίβεια, ενώ παραμένει αμφίβολο ακόμη και το αν οι ομιλούντες την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα ανήκαν σε μια συγκεκριμένη φυλετική ομάδα. Οι καταστροφές εξάλλου που σημειώθηκαν στον ελλαδικό χώρο συνέβησαν μάλλον σε διαφορετικές περιόδους, οι σημαντικότερες από αυτές πριν από την τελευταία περίοδο της Πρωτοελλαδικής εποχής (2300 π.Χ. περίπου). Επίσης, συχνά αποδεικνύεται ότι τα στοιχεία που είχαν θεωρηθεί νεοεισαχθέντα αποτελούν στην πραγματικότητα συνέχεια της εγχώριας αιγαιακής παράδοσης.

Oι κυριότερες ομάδες ινδοευρωπαϊκών γλωσσών της Eυρώπης.


Η σύνδεση των κοινωνικών δεδομένων της Μεσοελλαδικής εποχής με τον ερχομό των πρώτων ινδοευρωπαϊκών φύλων θεωρείται σήμερα υπερεκτίμηση ορισμένων αρχαιολογικών στοιχείων και βεβιασμένη σύνδεσή τους με γλωσσολογικά και ιστορικά στοιχεία. Έτσι, κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει επικρατήσει η τάση να μελετώνται τα πορίσματα της αρχαιολογικής έρευνας ανεξάρτητα από το ζήτημα του "ερχομού των πρώτων Ελλήνων".